Η ανομία του χώρου και ο χώρος της ανομίας.

Ανομία. Αυτή είναι η αγαπημένη λέξη της δεξιάς αλλά και κάθε συντηρητικής φωνής κάθε φορά που ο τύπος αποφασίζει να ασχοληθεί με τη δημόσια παιδεία. Για τους δημοσιογράφους, τους πολιτικούς και τους επικριτές σημαίνει η έλλειψη νόμου και οι συνθήκες που επικρατούν σε χώρους που δεν έχει πρόσβαση η αστυνομία. Για τους κοινωνιολόγους σημαίνει κάτι αρκετά πιο πολύπλοκο και ενδεχομένως πιο σοβαρό, ενώ ήταν το πρώτο πράγμα που έμαθα στο Ελληνικό πανεπιστήμιο. Θεωρητικά και πρακτικά. Η ανομία ως όρος είναι στενά συνυφασμένη με τον Εμίλ Ντιρκέμ, γάλλο κοινωνιολόγο του 19ου αιώνα και βασικό θεμελιωτή του λειτουργισμού, και χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει την κατάσταση εκείνη όπου το άτομο αδυνατεί να βρει την ύπαρξη νοήματος σε κάθε συλλογική και κατ’ επέκταση ατομική δραστηριότητα. Μια μαζική μορφή κατάθλιψης, με πιο απλά λόγια, όπου ο νόμος ως κατευθυντήρια αρχή της δημοκρατικής κοινωνίας χάνει την αξία του μαζί με την πίστη μας ότι μπορεί να επιτευχθεί κάποιου είδους συλλογική ευδαιμονία.

Επιστρέφω στην φράση που είπα παραπάνω σχετικά με το πρώτο μου θεωρητικό και ταυτόχρονα πρακτικό μάθημα που είχα σχετικά με την ανομία. Νοέμβριος του 2011, τμήμα Πολιτικής Επιστήμης, Παν. Αθηνών, πρώτο έτος και πρώτο μάθημα κοινωνιολογίας. Ο καθηγητής εξηγεί κάποιες εισαγωγικές έννοιες σχετικά με τον τομέα (μεταξύ των οποίων και η ανομία) μέχρι που ο διπλανός μου σηκώνει το χέρι και αφού παίρνει τον λόγο, με περίσσιο θάρρος  ρωτάει: «Καλά όλα αυτά αλλά γιατί μας τα λέτε;». Ο καθηγητής προς τιμήν σαστίζει και ο φοιτητής εισπράττει ως επιβεβαίωση το γέλιο του όχλου.

Το στιγμιότυπο αυτό στο μυαλό μου ήταν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας γενικευμένης αφήγησης που ήθελε τους Έλληνες φοιτητές ως μια προνομιούχα ομάδα που ο ρόλος της είναι να κάνει δωρεάν νομιμοποιημένες διακοπές διαρκείας και μιας πραγματικότητας που όριζε τους εισαχθέντες του λεγόμενου Πολιτικού της Νομικής, ως αποτυχημένους « υποψήφιους δικηγόρους» που για να ικανοποιήσουν κάποιες αφηρημένες προσδοκίες  πανεπιστημιακής κατάρτισης, έμπαιναν στη σχολή , παρακολουθούσαν ένα αντικείμενο που δεν τους ενδιέφερε, περιμένοντας να ξαναδώσουν πανελλήνιες ή κατατακτήριες  εξετάσεις ώστε να μπουν κάποια στιγμή στη «πραγματική» Νομική. Το τμήμα λοιπόν παρά την σχετικά υψηλή βάση εισαγωγής αντιμετωπιζόταν από τον ίδιο του τον πυρήνα, τους εισαχθέντες,  ως μια γραφειοκρατική διαδικασία που υπομένοντας την θα οδηγούσε κάποια στιγμή στην ατομική ευδαιμονία. Μια ολοκληρωτική έλλειψη νοήματος  δηλαδή στην επιστήμη και στο πανεπιστήμιο ως συλλογική εμπειρία.

«Όλα αυτά τα πανεπιστήμια και τα σχολεία δεν έχουν καμία σημασία, το θέμα είναι να τελειώσεις, να πιάσεις μια καλή δουλειά και να βγάζεις λεφτά» θυμάμαι τον ίδιο φοιτητή να μου λέει χαρακτηριστικά λίγα λεπτά αργότερα.  Ήταν σίγουρα ένας εξαίρετος μαθητής βάση επιδόσεων και ελπίζω σήμερα να είναι και ένας εξαίρετος επαγγελματίας. Ήταν ταυτόχρονα όμως και το παράγωγο μιας εκπαιδευτικής κουλτούρας  που λίγους μήνες πριν από εκείνο τον Νοέμβρη του 2011, μου δίδασκε σε ένα φροντιστήριο κάπου στο Παγκράτι ότι δεν πρέπει να διαμαρτύρομαι για το χαοτικό εκπαιδευτικό σύστημα αφού σύντομα θα απολαμβάνω τους καρπούς του. «Κάντε υπομονή λίγο βρε παιδιά αφού έτσι και αλλιώς θα κάνετε 4 χρόνια διακοπές μετά» είπε η συμπαθέστατη κατά τα άλλα «κυρία των Λατινικών».  Αυτό ήταν το πιο κοντινό σε νόημα που μπορούσε να μου δώσει μια φιλόλογος στο ερώτημα μου: «Γιατί κυρία ενώ η παιδεία στη χώρα υποτίθεται πως είναι δωρεάν όλοι ανεξαιρέτως πληρώνουμε εκατοντάδες ευρώ τον μήνα σε φροντιστήρια και ιδιαίτερα μπας και μπορέσουμε να διεκδικήσουμε μια θέση στο πανεπιστήμιο; Γιατί ενώ οι συνομήλικοι μου στην υπόλοιπη Ευρώπη, ολοκληρώνοντας το σχολικό τους 8ωρο ξεκουραζόντουσαν ενώ εγώ έπρεπε να συνεχίζω μέχρι τις 22:30 το βράδυ;». Καλύτερη απάντηση στο ερώτημα αυτό μέχρι σήμερα δεν πήρα.

Ωστόσο ως φοιτητής υπήρξα υπέρμαχος μιας άλλης έννοιας που στον δημόσιο λόγο συχνά συνδέεται με την ανομία, αυτής του ακαδημαϊκού ασύλου.  Ακόμα και όταν πάλι ως πρωτοετής, είδα σε ένα γεμάτο αμφιθέατρο να μπαίνει ένας τοξικομανής και κρατώντας ένα αιχμηρό αντικείμενο να λέει ότι ψάχνει «κάποιον» τριγυρίζοντας κάτω από τα έδρανα. «Κάντε ότι δεν βλέπετε» είπε από την έδρα του ο καθηγητής με ένα χαρακτηριστικό νεύμα. 200 πρωτοετείς έπρεπε να κάνουμε ότι δεν βλέπουμε, όπως πάντα άλλωστε. Στο τέλος βγήκαν μπροστά 2-3 πιο θαρραλέοι οδηγώντας τον περιπλανώμενο τοξικομανή έξω από την αίθουσα.  «Να καλέσουμε την αστυνομία» φώναξε μια ψαρωμένη πρωτοετής. «Είσαι τρελή; Υπάρχει άσυλο, η αστυνομία δεν μπαίνει εδώ» της απάντησα. Όντως, έβγαζε κάποιο νόημα να είσαι εκτεθειμένος απέναντι στην οποιαδήποτε «ομάδα» ή «μονάδα» έχαιρε της πανεπιστημιακής ασυλίας.  Έβγαζε νόημα γιατί όλα τα υπόλοιπα δεν έβγαζαν.

Στην ελληνική κοινωνία υπάρχει θεσμικά ο χώρος να είναι κάποιος φοιτητής. Δεν υπάρχει όμως ο χώρος να είναι κανείς «νέος». Πρακτικά και κοινωνιολογικά. Σύμφωνα με την Eurostat, το 66,7% των νέων Ελλήνων ηλικίας 18 έως 34 ζούσε με τους γονείς του το 2017. Το νούμερο αυτό λέει σίγουρα πολλά για την οικονομική και εργασιακή κατάσταση που επικρατεί στην χώρα, λέει όμως ίσως ακόμα παραπάνω  για το πώς εξελίσσονται κοινωνιολογικά οι νεανικές ταυτότητες  και ομάδες ( όπως οι φοιτητές)  σε ένα αδρανές περιβάλλον.  Πέρα από το να είναι κάποιος φοιτητής, σπουδαστής ή αθλητής με τι άλλο θα μπορούσε να ταυτίζεται η έννοια της νεότητας σε μια δυτική κοινωνία; Ενδεχομένως με την θέσπιση νέων πρακτικών, ηθών, εθίμων, την αμφισβήτηση ή την επανεξέταση των παραδόσεων και φυσικά με την παραγωγή νέων ιδεών σε πολιτιστικό και πολιτικό επίπεδο. Μια διαδικασία προόδου που θεωρείται δεδομένη στη δύση από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και ύστερα  όπου το ατομικό προσδόκιμο και η ελευθερία αυτοπροσδιορισμού σταδιακά εξελίσσονται.  Απαραίτητη προϋπόθεση όμως για τέτοιες κοινωνικές διεργασίες είναι η ύπαρξη χώρου, με την κυριολεκτική και μεταφορική σημασία της λέξης.

Πως μπορούμε να περιμένουμε την εμφάνιση νέων λύσεων σε παλαιά προβλήματα από μια κοινωνία όπου οι 7 στους 10 νέους  ενήλικες αναγκάζονται να συμβιώνουν με τους μεσήλικες έως και ηλικιωμένους γονείς τους καθώς η οικονομία δεν τους επιτρέπει το αντίθετο; Μια ρομαντική ανάγνωση του ζητήματος θα έλεγε ότι η ελληνική οικογένεια λειτούργησε ως δομή αλληλεγγύης παρέχοντας στέγη και στήριξη στα τέκνα της κατά της διάρκεια της κρίσης.  Τι σημαίνει αυτό όμως πρακτικά;  Ένας νέος στην Ελλάδα δεν έχει τον χώρο να ασκήσει πρακτικές δεδομένες για τους συνομήλικους του στην υπόλοιπη Ευρώπη. Με πιο απλά λόγια, δεν έχει τον ιδιωτικό χώρο να συναθροιστεί, να καταναλώσει, να δημιουργήσει και να διασκεδάσει χωρίς να είναι υπό την επίβλεψη ενός μεσήλικα με τον οποίο αναγκάζεται να συμβιώσει. Το γεγονός ότι ο μεσήλικας είναι η οικογένεια του δεν αναιρεί την αναπόφευκτη παρεμβατικότητα στο κύκλο της ζωής που δημιουργείται από μια τέτοια συνθήκη συμβίωσης . Τι νόημα έχει λοιπόν να παράγεις αν δεν μπορείς να είσαι νέος;

Αναπάντεχα, το άσυλο αλλά και η ιδιαίτερη πρακτική των ετήσιων σχολικών και πανεπιστημιακών καταλήψεων αποτέλεσε ένα γιατροσόφι στην έλλειψη χώρου για τις ομάδες εκείνες που ήθελαν και συνεχίζουν να θέλουν την ανάπτυξη των δικών τους πρακτικών οι οποίες με βία ή χωρίς συγκλίνουν σε μια διάχυτη και αφηρημένη διαμαρτυρία. Γιατί να τους κατηγορήσουμε όμως; Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα δεν φημιζόταν ποτέ για την διδακτική του επάρκεια όσο αφορά την επίλυση προβλημάτων και την ανάπτυξη της ομαδικότητας ενώ τα γιατροσόφια  παραμένουν γιατροσόφια όσο και αν προσπαθήσουμε να τα «χρυσώσουμε» .

Ποιο το νόημα άλλωστε να σέβεσαι έναν δημόσιο χώρο όταν το κράτος σου αφαιρεί το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα μακριά από το πατρικό σου, με πενιχρούς μισθούς, υψηλή φορολογία και ακόμα πιο υψηλή ανεργία; Ποιο το νόημα να σέβεσαι τον ίδιο τον νόμο όταν βλέπεις ότι αυτός εφαρμόζεται επιλεκτικά, μεγαλώνοντας σε μια αφήγηση που θέλει την διαφθορά να αποτελεί την ουσία των προβλημάτων που οδήγησαν στην ελληνική κρίση χρέους: Αγρότες που καταχρόντουσαν επιδοτήσεις, διαφθαρμένοι υπουργοί, παράνομοι διορισμοί. Μερικές από τις φράσεις κλειδιά που συνθέτουν την ερμηνεία της ύφεσης στο δημόσιο λόγο.

Τη περίοδο της φοίτησης μου στην συμβολή των οδών Σίνα, Σόλωνος και Μασσαλίας, γινόμουν καθημερινά μάρτυρας μικρεμπορίου ναρκωτικών, χρήσης ηρωίνης και συμπλοκών μεταξύ διαφόρων ομάδων χρηστών και εμπόρων . Όλα αυτά εκτός περιοχής ασύλου, σε ένα από τα πιο κεντρικά σημεία της Αθήνας, μερικά μόλις μέτρα από την Βουλή και συνήθως υπό την παρουσία  αστυνομικών δυνάμεων που παρατηρούσαν το θέαμα αμέριμνες. Προφανώς, σε μια τέτοια δυστοπική κατάσταση, ο νόμος δεν φαίνεται να αποτέλεσε ποτέ το διακύβευμα, ούτε από τους νομοθέτες, ούτε από τους λειτουργούς, ούτε από τους πολίτες .

Ας μην σταθούμε όμως μόνο εκεί, ας ρίξουμε μια ματιά λίγο παραπέρα, στην ασφυκτική κίνηση των δρόμων την Αθήνας με τους οδηγούς να παρκάρουν και να κινούνται χωρίς κανέναν κανόνα, στην χαοτική ρυμοτομία που δεν υπάκουσε σε κανέναν πολεοδομικό νόμο, στις εργασιακές συνθήκες, στην χαοτική γραφειοκρατία, στους υπουργούς που μαγείρεψαν νούμερα και δεν οδηγήθηκαν ποτέ για αυτό στη δικαιοσύνη.  Όλα αυτά που λίγο πολύ όλοι γνωρίζουμε και βιώνουμε αλλά έχουν πάψει πια να μας απασχολούν, είναι η Ελλάδα μέσα και έξω από το άσυλο. Η Ελλάδα στην οποία, από το 1973 και ύστερα, ποτέ δεν ξανά υπήρξε ένα ουσιαστικό μαζικό νεανικό κίνημα με αίτημα κοινωνικής αλλαγής, ειδικότερα την περίοδο της κρίσης .

Έτσι λοιπόν,  στην Αθήνα του 2020, υπάρχει χώρος μόνο για τους τουρίστες, όχι για τα παιδιά της.  Και το μόνο αίτημα που δυστυχώς μπορούμε να εκφράσουμε ως νεολαία είναι ο νόμος να συνεχίζει να κάνει τα στραβά μάτια λίγο και για εμάς αφήνοντας μας να οικειοποιούμαστε την δημόσια περιουσία ως μια διέξοδο από ένα περιβάλλον ήδη ασφυκτικό. Εξάλλου τι νόημα έχει να ζητάμε κάτι παραπάνω;

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s