Ο Μάρκος Σεφερλής είναι δυστυχώς αυτός που πρέπει να είναι.

41648595_2232222257000475_9037190723606151168_n
photo: https://www.facebook.com/markos.seferlis.show/

Τα τελευταία δυο χρόνια βίωσα μια ακραία πολιτισμική παλινδρόμηση που με βοήθησε να καταλάβω αρκετά πράγματα για τη νεοελληνική κουλτούρα αλλά και για τα ζητήματα που θα μιλήσω παρακάτω. Από τη φοιτητική ζωή στην Δυτική Ευρώπη, μέσα σε έξι μήνες, βρέθηκα στον Ελληνικό στρατό και από τα πανεπιστημιακά campus στα μαγειρεία ενός στρατοπέδου περιτριγυρισμένος από ένα κράμα όλων των νεανικών «φυλών» και ταυτοτήτων που θα μπορούσε να συναντήσει κανείς στην Ελλάδα. Σίγουρα όχι μια εντελώς δυσάρεστη εμπειρία και σίγουρα είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που θα υποδυθεί τον ρόλο του ξενόφερτου ελιτιστή. Εξάλλου, μεγάλωσα σε μικρό-μεσοαστικές γειτονιές της Αθήνας και ο κύριος που αναγράφεται στον τίτλο αυτού του άρθρου αποτέλεσε πρόσωπο που συνόδευσε τις παιδικές και εφηβικές μου ποπ-αναμνήσεις. Ο Μάρκος Σεφερλής στις αρχές της χιλιετίας που διανύουμε ήταν σίγουρα ένας καινοτόμος κωμικός με γνώση της ξένης κωμωδίας που μετέφερε την θεατρική επιθεώρηση στη τηλεοπτική οθόνη ενώ μαζί με τους ΑΜΑΝ και τον Γιώργο Μητσικώστα αποτέλεσαν τους κύριους τηλεοπτικούς σατυρικούς- κωμικούς της Ελλάδας από τα τέλη της δεκαετίας του 90 μέχρι και το 2010.

Ωστόσο, επαγγελματικά ο Σεφερλής έδειξε μια πρωτόγνωρη εξέλιξη και επιτυχία για τους δημιουργούς του είδους του. Κατάφερε μέσα σε 25 χρόνια να διευρύνει την παρουσία του σε διάφορες πλατφόρμες, από τηλεοπτικά Shows στη συνεχή θεατρική παρουσία και από εκεί στην μεγάλη οθόνη. Δημιούργησε τη δική του ομάδα, έκανε οικονομικά ανοίγματα, έπαιξε σε τηλεοπτικά σποτς, ανέβασε θεατρικά και επιθεωρήσεις και ενώ κάποιες φορές απέτυχε παταγωδώς, ποτέ δεν μειώθηκε ο ρυθμός της επαγγελματικής του πορείας.

Εστιάζοντας τώρα στην καλλιτεχνική του ουσία, θα ήταν πάρα πολύ εύκολο να γράψω δέκα αράδες για τον Μπουρντιέ τον Γκράμσι και τον Φουκώ, να μιλήσω για την υψηλή, την μαζική και την νόμιμη τέχνη και στο τέλος να συγκρίνω τον Σεφερλή με τον Λάνθιμο ως τα δύο άκρα μιας απλουστευτικής σύγκρουσης του «χαζού-κακού» ενάντια στον ποιοτικό πλην αδικημένο από τους Έλληνες (sic), καλό δημιουργό.  Αντ’ αυτού ίσως μια σύγκριση με τον Adam Sandler να ήταν πιο εύστοχη έως και επίκαιρη μιας και το Uncut Gems αποτελεί μια από τις πλέον πολυσυζητημένες ταινίες του 2020.

O Sandler, πέρα από ότι έχει σχεδόν την ίδια ηλικία με τον Σεφερλή, έκτισε την καριέρα του ως πρωταγωνιστής φθηνών κωμωδιών με εφηβικά αστεία και σέξι συμπρωταγωνίστριες.  Δημιούργησε την δική του εταιρία παραγωγής και πρόσφατα, στα 53 του, υποδύθηκε τον πρώτο αυστηρά δραματικό ρόλο της καριέρας του, οδηγώντας σε μια μεγάλη εισπρακτική επιτυχία που συγκέντρωσε το χειροκρότημα των κριτικών.  Και όχι άδικα, το Uncut Gems παρουσίασε μια σειρά από παθογένειες του αστικού τρόπου ζωής ανακατεύοντας μερικά στοιχεία την αμερικανικής ποπ κουλτούρας των 2010’s: Ράππερς, Μπασκετμπολίστες, ινσταγκραμικοί ίνφλουενσερς, τζόγος. Όλα αυτά σε μια χώρα που όχι μόνο γέννησε και λάτρευσε τα τηλε-ριάλιτι shows αλλά έφτασε στο σημείο να κυβερνάται από έναν πρόεδρο που στο παρελθόν πρωταγωνίστησε σε ένα από αυτά.

Εντούτοις, ο  Sandler με τον Σεφερλή έχουν δυο βασικές διαφορές που καθορίζουν το πεπρωμένο τους. Ο πρώτος μεγάλωσε στη χώρα με την μεγαλύτερη κινηματογραφική παραγωγή παγκοσμίως, έχοντας πρόσβαση σε τεράστια έως αφάνταστα για τα ελληνικά δεδομένα budget και δημιουργώντας για ένα παγκόσμιο -αλλά ταυτόχρονα ποπ-ακροατήριο υποδυόμενος συνήθως το στερεότυπο του ατσούμπαλου αμερικάνου. Βέβαια το καλλιτεχνικό του παρελθόν δεν παύει να του στέκεται εμπόδιο. Πρόσφατα διάβαζα ότι η αμερικανική ακαδημία κινηματογράφου σνόμπαρε τον Sandler πετώντας τον εκτός από τις υποψηφιότητες για τα οσκαρς κρίνοντας με γνώμονα τις φθηνές ταινίες και το υπερβολικά λαϊκό του χιούμορ που χαρακτήρισαν την μέχρι τώρα πορεία του, χωρίς αυτό να αναιρεί ότι το Uncut Gems πέρα από έναν ευχάριστο πειραματισμό για τον ίδιο είναι και μια πάρα πολύ καλή ταινία.

Από την άλλη ο Σεφερλής, συμπληρώνοντας μισό αιώνα ζωής στην άλλη άκρη του κόσμου, κατάφερε να μεγαλώσει καλλιτεχνικά όσο του επιτρέπει η δικιά μας γωνιά της μεσογείου. Καθόλου κακή κούρσα, από το alter στο περοκέ και από εκεί στα village. Όλα αυτά με χιούμορ τόσο παιδικό που συζητάγαμε τα αστεία του στο δημοτικό, αβίαστο σεξισμό, άγαρμπα blackfaces, κιτς χορευτικά, πατριωτικό λαϊκισμό και ξεπερασμένα λογοπαίγνια. Ένα μείγμα που στο επίσημο κανάλι του Σεφερλη στο YouTube συγκεντρώνει εκατομμύρια views και πάνω από 316 χιλιάδες συνδρομητές. Και γιατί όχι άραγε; Ο Σεφερλής καλώς η κακώς, δημιουργεί χιούμορ, κείμενα και περιεχόμενο τέτοια ώστε να αντικατοπτρίζουν το μαζικό πολιτισμικό επίπεδο της Ελλάδας του 2020. Και όχι όπως προείπα δεν είμαι από αυτούς που τρέχουν να εναντιωθούν σε οτιδήποτε διατίθεται μαζικά. Αγαπώ την ποπ κουλτούρα παγκοσμίως και το Uncut Gems που προηγουμένως ανέφερα ως μια πολύ καλή ταινία είναι επίσης ένα προϊόν μαζικής κατανάλωσης. Το πρόβλημα είναι ότι μεγαλώνοντας στην Ελλάδα νιώθω ότι  δεν έχουμε τους μηχανισμούς να φτιάξουμε ανθρώπους που μπορούν να καταλάβουν κάτι πέρα από το χιούμορ του Σεφερλή και να δημιουργήσουμε τα δικά μας -έστω και low budget- «άκοπα διαμάντια».

Ξεκίνησα αυτό το άρθρο μιλώντας για την εμπειρία μου στον στρατό και για το πόσο ακριβής είναι η εικόνα της ελληνικής κοινωνίας μέσα από αυτόν. Αν κάτι με συγκλόνισε στην θητεία μου αυτό ήταν η παντελής έλλειψη σοβαρότητας και αντιληπτικής ικανότητας που έβλεπες σε όλες τις βαθμίδες. Οι περισσότεροι στρατεύσιμοι ανεξάρτητα από το μορφωτικό τους επίπεδο ήταν έτοιμοι να δεχτούν την οποιαδήποτε πληροφορία αφιλτράριστα. Αν κάποιος έλεγε ότι άκουσε κάτι τότε αυτό το κάτι ήταν αυτομάτως αλήθεια (όπως ακριβώς μια μερίδα των συμπολιτών μας πίστεψε πρόσφατα ότι η εταιρία detol είχε προβλέψει την εμφάνιση του νέου ασιατικού κορωνοϊού). Από την άλλη, ακόμα και κάποια από τα ανώτερα στελέχη έδειχναν τέτοια ανικανότητα διαχείρισης των καταστάσεων που σίγουρα αν είχαμε μια κάμερα μπροστά στις πρωινές αναφορές των λόχων και των ταγμάτων θα μπορούσαμε να γυρίσουμε μια καλή κωμωδία όπου θα συμπρωταγωνιστούσαν και οι δύο προαναφερόμενοι κωμικοί.

Όλα αυτά όμως δεν είναι τυχαία ούτε άσχετα με τις εισπρακτικές επιτυχίες του Σεφερλή και φυσικά ο Σεφερλής δεν είναι κάποιος ανόητος «υπερ-κακός» που απευθύνεται σε ανθρώπους  κρυμμένους στα έγκατα της Γής. Ας υπενθυμίσω στο σημείο αυτό-όσο τετριμμένο και αν ακούγεται- ότι έχουμε το χειρότερο εκπαιδευτικό σύστημα στην Ευρώπη και οι άνθρωποι που συναντάει κανείς σε ένα στρατόπεδο, σε μια ταινία του Σεφερλή ή ένα κανάλι της τηλεόρασης είναι τα παράγωγα του.  Οι αριθμοί δεν λένε ψέματα και σίγουρα δεν είναι μόνο ο Σεφερλής που τους αντιπροσωπεύει. Η ενήλικη-παιδικότητα μας δεν καταφέρνει να καλλιεργηθεί και να ωριμάσει σε επίπεδο τέτοιο ώστε να μην μας φαίνεται «αναγκαστικά» ξεκαρδιστικό οτιδήποτε περιλαμβάνει αστεία για γκέι, ουρλιαχτά και ακατάσχετα μπινελίκια.

Επιστρέφοντας όμως στη  «φανταρική» μου εμπειρία, στο κέντρο εκπαίδευσης όλοι μιλούσαν για έναν άλλο Έλληνα κωμικό, τον Φάνη Λαμπρόπουλο.  Άκουγα κάθε μέρα ανθρώπους από διαφορετικό background να εκθειάζουν το χιούμορ του. Σε σημείο να αναρωτιέμαι αν είναι ο ίδιος τύπος που νομίζω. Ο Λαμπρόπουλος πρωτοεμφανίστηκε στο ελληνικό θέαμα πριν μερικά χρόνια, κάνοντας κάποιες ψιλο-αποτυχημένες φάρσες στην τηλεόραση και στη συνέχεια προσπάθησε να παρουσιάσει την ελληνική εκδοχή του between two ferns του Zach Galifianakis, με επίσης όχι και τόσο μεγάλη επιτυχία. Η δημοτικότητα του στο διαδίκτυο εκτοξεύτηκε όταν εμφανίστηκε με τον φανταστικό χαρακτήρα του Παρασκευά από τα Μέθανα, ενός υπέρβαρου άντρα από την επαρχία που βρίζει ασταμάτητα κάνοντας διαρκείς αναφορές στις ομοφυλοφιλικές του προτιμήσεις οι οποίες πολλές φορές φτάνουν να συγχέονται με τον βιασμό.  Κάθε ψηφιακή εμφάνιση του Παρασκευά συγκεντρώνει πάνω από μισό εκατομμύριο προβολές αναδεικνύοντας ένα τεράστιο ακροατήριο που θεωρεί για κάποιο λόγο αστείο κάποιος να είναι εύσωμος, γκέι ή αμφιφυλόφιλος και να βρίζει φωνάζοντας. Σίγουρα όμως η απλουστευτική ανωριμότητα της σκέψης μας δεν περιορίζεται στη κωμωδία. Ας μην ξεχνάμε ότι πριν δύο μόλις χρόνια 12.000 άνθρωποι υποστήριζαν αβίαστα ότι ένας πατρινός επιχειρηματίας θα τους ξεχρέωνε πουλώντας αρχαιοελληνική εξωγήινη τεχνολογία στους Αμερικάνους  ενώ άλλο μισό εκατομμύριο Ελλήνων ψήφισε ένα νεοναζιστικό κόμμα που παρέλαυνε με στολές παραλλαγής.

Ας σταθώ  όμως στο θέαμα και τη παραγωγή περιεχομένου, αφήνοντας τη πολιτική απέξω, αν και δεν θα έπρεπε μιας και οι άνθρωποι που εκλέγουμε είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα του πολιτισμικού μας επιπέδου. Δεν αναζητώ μια κοινωνία όπου όλοι θα μιλάνε για «υψηλή» τέχνη και για βαθιά νοήματα. Εξάλλου, όντως και ο ίδιος μικροαστός, είμαι υπέρμαχος της άποψης ότι η λαϊκότητα, ακόμα και στη πιο άγρια μορφή της έχει πάντα κάτι να μας διδάξει. Ωστόσο είναι τρομακτικό το πως η ελληνική ποπ κουλτούρα του 2020 είναι μόνο αυτό. Τα ίδια επαναλαμβανόμενα μοτίβα χωρίς κανένα δείγμα καινοτομίας. Και αν το ίντερνετ ήταν η ελπίδα για την ανάδειξη πρωτοπόρων  δημιουργών, πλέον μια ματιά στις τάσεις δείχνει ότι το ελληνικό YouTube είναι απλά μια πλατφόρμα παρακολούθησης on demand ριάλιτι και παραδοσιακής «σεφερλίδικης» κωμωδίας . Είτε αυτό είναι τα κορίτσια του GNTM είτε τα “story times” και τα “morning routines” των νεαρών influencers είτε τα σκετσάκια του Λαμπρόπουλου. To μέσο ίσως αλλάζει, όχι όμως και το μήνυμα.

Εν κατακλείδι, λαϊκότητα δεν σημαίνει απαραίτητα έλλειψη νοημοσύνης ή καλλιτεχνικού ταλέντου, αλλά όταν μια κοινωνία παράγει ανθρώπους που δεν περνάνε καν από μια αξιοπρεπή εκπαιδευτική διαδικασία, τότε είναι σίγουρο ότι η πολιτισμική μας παραγωγή και κατανάλωση δεν θα απέχει και πολύ από το επίπεδο ενός μαθητή γυμνασίου που μόλις οι καθηγητές του ξεκινούν δειλά δειλά  να του διδάσκουν έννοιες όπως ο ρατσισμός και η κακοποίηση.  Έννοιες που ο Μάρκος Σεφερλής σίγουρα αντιλαμβάνεται βλέποντας  σπίτι του τις ταινίες των Monty Python. Είμαι όμως πεπεισμένος πως είναι τόσο έξυπνος άλλα και τόσο ρεαλιστής ώστε να ξέρει ότι το ακροατήριο του δεν έχει τα εργαλεία να τις αντιληφθεί, ούτε αυτές ούτε τους Monty Python. Ίσως εν τέλει ο Σεφερλής να είναι στη πραγματικότητα και ο ίδιος ένα άκοπο διαμάντι που αν γεννιόταν σε ένα άλλο περιβάλλον ενδεχομένως να συναντούσε στη πορεία του ένα κοινό μαζικά καλλιεργημένο σε τέτοιο- στοιχειώδη βαθμό-ώστε να είχε το κίνητρο να μετατραπεί σε κόσμημα, για την ώρα ποιος ο λόγος να μην δώσει στην αρένα το θέαμα που ζητάει; Εξάλλου έχει σίγουρα αρκετούς λογαριασμούς να πληρώσει. Το ίδιο και εμείς.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s